| English | Deutsch |
|---|---|
| usage | Sprachgebrauch |
| Άδεια εισόδου (απασχόληση, φοιτητής) Entry permit (employment, student) | Άδεια εισόδου (απασχόληση, φοιτητής) Einreiseerlaubnis (Arbeit, Studium) |
| Προσωρινή άδεια παραμονής (απασχόληση, επισκέπτης, φοιτητής) Temporary residence permit (employment, visitor, student) | Προσωρινή άδεια παραμονής (απασχόληση, επισκέπτης, φοιτητής) befristete Aufenthaltserlaubnis (Arbeit, Besuch, Studium) |
| Deutsch | English |
|---|---|
| Sprachgebrauch | usage |
| Άδεια εισόδου (απασχόληση, φοιτητής) Einreiseerlaubnis (Arbeit, Studium) | Άδεια εισόδου (απασχόληση, φοιτητής) Entry permit (employment, student) |
| Προσωρινή άδεια παραμονής (απασχόληση, επισκέπτης, φοιτητής) befristete Aufenthaltserlaubnis (Arbeit, Besuch, Studium) | Προσωρινή άδεια παραμονής (απασχόληση, επισκέπτης, φοιτητής) Temporary residence permit (employment, visitor, student) |