ä=ae | ö=oe | ü=ue | ß=ss

φοιτητής deutsch | φοιτητής in German

⇄ Deutsch
English Deutsch
usage Sprachgebrauch
Άδεια εισόδου (απασχόληση, φοιτητής) Entry permit (employment, student) Άδεια εισόδου (απασχόληση, φοιτητής) Einreiseerlaubnis (Arbeit, Studium)
Προσωρινή άδεια παραμονής (απασχόληση, επισκέπτης, φοιτητής) Temporary residence permit (employment, visitor, student) Προσωρινή άδεια παραμονής (απασχόληση, επισκέπτης, φοιτητής) befristete Aufenthaltserlaubnis (Arbeit, Besuch, Studium)
Deutsch English
Sprachgebrauch usage
Άδεια εισόδου (απασχόληση, φοιτητής) Einreiseerlaubnis (Arbeit, Studium) Άδεια εισόδου (απασχόληση, φοιτητής) Entry permit (employment, student)
Προσωρινή άδεια παραμονής (απασχόληση, επισκέπτης, φοιτητής) befristete Aufenthaltserlaubnis (Arbeit, Besuch, Studium) Προσωρινή άδεια παραμονής (απασχόληση, επισκέπτης, φοιτητής) Temporary residence permit (employment, visitor, student)